ΑΓΧΙΑΛΟΣ:Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

Ονομασία- Ανθρωπογεωγραφία
     Η Αγχίαλος είναι χτισμένη σε χερσόνησο, στα βόρεια του κόλπου του Πύργου (Μπουργκάζ) και βρίσκεται στις παρυφές μιας μεγάλης πεδιάδας, που από την Βυζαντινή εποχή ονομαζόταν «κάμπος της Αγχιάλου» και οριζόταν από βορρά, νότο και δύση από τις παραφυάδες του Μεγάλου και του Μικρού Αίμου.

     Σύμφωνα με τον Πλίνιο, η Αγχίαλος ιδρύθηκε από τη γειτονική Απολλωνία , τον 6ο αιώνα π.Χ στη θέση της παλαιότερης θρακικής πόλης Μέσσα, ενώ ο Στράβων την αναφέρει ως «Αγχιάλη, πολίχνιον Απολλωνιατών». Κατά την παράδοση, η αρχαία πόλη βρισκόταν στην τοποθεσία Παλαιόκαστρο, όπου σώζονται αρχαιότητες ανάμεσα στα αμπέλια. Αρχικά η πόλη ονομαζόταν Αγχίαλος, Αγχιάλη και Αγχιάλεια, ενώ στη ρωμαϊκή εποχή μετονομάστηκε σε Ουλπία.
     Στην Βυζαντινή εποχή συναντάται η ονομασία Αχωλός και Αχελώ για την πόλη και Αχεληνοί για τους κατοίκους της.Τον 8ο αιώνα μ.Χ. η πόλη καταποντίστηκε στη διάρκεια σεισμών και ανοικοδομήθηκε το786. Τα τείχη της παλιάς πόλης έγιναν ύφαλοι στα ανοιχτά της νεότερης πόλης κάνοντας εξαιρετικά επικίνδυνη την προσέγγιση από τη θάλασσα.

Η Αγχίαλος διατήρησε συμπαγή ελληνικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με ελληνικές πηγές, στα μέσα του 19ου αιώνα η Αγχίαλος είχε 4.000 Έλληνες και 50 οικογένειες Τούρκων, ενώ στα τέλη του αιώνα και στις αρχέςτου 20ου κατοικούσαν στην πόλη 5.800 Έλληνες σε σύνολο 6.000 κατοίκων. Μετά τις ανθελληνικές διώξεις του 1906, τα μεταναστευτικά ρεύματα των Ελλήνων ανέτρεψαν την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού, αφού παρέμειναν μόνο 383 ελληνικές οικογένειες με βουλγαρική υπηκοότητα.



Ιστορία

     Η Αγχίαλος κυριεύθηκε από τους Τούρκους τον Φεβρουάριο του 1453, ενώ μετά την Άλωση της Πόλης κατέφυγαν και εγκαταστάθηκαν εκεί διάφοροι κλάδοι επιφανών Βυζαντινών οικογενειών (Παλαιολόγοι, Καντακουζηνοί, Δούκες κ.α.), μέλη των οποίων διακρίθηκαν στο εμπόριο και υπήρξαν προστάτες των γραμμάτων.
     Το 1621, η πόλη υπέστη μεγάλη καταστροφή από επιδρομή Κοζάκων, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα αντιμετώπισε τον κίνδυνο της καταστροφής και της λεηλασίας, από ένοπλες ομάδες ατάκτων μουσουλμάνων . Η διάσωση της πόλης και των κατοίκων αποδόθηκε στον Άγιο Γεώργιο, προς τιμήν του οποίου ιδρύθηκε το ομώνυμο μοναστήρι.

    Το 1885, μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στην Βουλγαρία, η πόλη της Αγχιάλου γνωρίζει τα πρώτα καταπιεστικά μέτρα εις βάρος της στα πλαίσια μιας εκβουλγαριστικής πολιτικής του ελληνικού πληθυσμού. Καταστρέφονται ελληνικά εκπαιδευτικά και εκκλησιαστικά Ιδρύματα ενώ χτίζονται βουλγαρικοί ναοί και σχολεία.
     Από τις 20 Ιούλιου του1906, βουλγαρικός στρατός είχε εγκατασταθεί στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου με πρόσχημα την τήρηση της τάξης. Στις 28 Ιουλίου, όταν ο στρατός αποχώρησε, συγκεντρωμένες ομάδες φανατισμένων Βουλγάρων από τις γύρω περιοχές,επιτέθηκαν στους Έλληνες ενώ άρχισαν να καταστρέφουν και να πυρπολούν την πόλη. Όσοι διασώθηκαν κατέφυγαν σε άλλες πόλεις αλλά και σε οθωμανικό έδαφος, απ’ όπου αναχώρησαν για την Ελλάδα.
     Οι πρώτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγχίαλο της Μαγνησίας, ενώ το δεύτερο ρεύμα των Αγχιαλιτών προσφύγων, που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το 1919, εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό « Νέα Αγχίαλος» της Θεσσαλονίκης.

Εκπαίδευση
Στα τέλη του 18ου αιώνα, αναφέρεται η ίδρυση δημόσιας σχολής στην Αγχίαλο από τον Χρυσοβέργη Κουροπαλάτη, όμως η ύπαρξη ελληνικού σχολείου, πρέπει να ήταν κατά πολύ παλαιότερη.Μαρτυρείται ότι το 1703 λειτουργούσε ελληνικό σχολείο. Το 1851 λειτουργεί στην πόλη αλληλοδιδακτικό και ελληνικό σχολείο και το 1865 κατασκευάζεται νέο κτίριο. Το 1868, ιδρύεται εξατάξιο Παρθεναγωγείο και λειτουργεί το Νηπιαγωγείο. Ακόμη είχαν ιδρυθεί και διάφοροι σύλλογοι κυρίως φιλεκπαιδευτικοί.

Η Αγχίαλος έγινε έδρα επισκόπου ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Οι πιο σημαντικές εκκλησίες ήταν ο μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών και ο μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας. Αξιόλογες εκκλησίες ηταν ακόμη των Αγίων Θεοδώρων και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ενώ υπήρχαν και πολλά εξωκλήσια. Επίσης, υπήρχε η μονή του Αγίου Γεωργίου, σε απόσταση 20 λεπτών από την Αγχίαλο. Όλες κάηκαν κατά την καταστροφή της πόλης το 1906.

 

Οικονομία  
Οι Αγχιαλίτες ασχολούνταν σε μεγάλο βαθμό με την αμπελουργία. Οι αμπελώνες εκτείνονταν στην πεδιάδα προς τα νοτιοδυτικά της πόλης ( περίπου 3 εκατομμύρια κλήματα). Οι κυριότερες ποικιλίες σταφυλιών ήταν αδριανουπολίτικα, ζουμιάτικα, σέφκες, σεβαστιανά, προσλάβες, μαυρούλια, μοσχάτα κ.α. Οι αμπελουργοί έφτιαχναν πολλά και καλά κρασιά, ρακί και ξύδι. Στην Αγχίαλο παράγονταν και δύο ειδικά κρασιά: μουσελέδες (γλυκό κρασί) και πιλίνο (ένα είδος ρετσίνας, πικρό κρασί στο οποίο έβαζαν άψινθο). Ο τρύγος γινόταν μετά τις 14 Σεπτεμβρίου και ήταν πανηγύρι, στο οποίο συμμετείχαν χωρικοί από τις γύρω περιοχές.
Οι Γκερνουβκλήδες, Τούρκοι από τα γύρω χωριά, μετέφεραν τα σταφύλια στους ληνούς της Αγχιάλου με μεγάλους αραμπάδες που τους έσερναν βουβάλια και υπό τους ήχους νταουλιών.
Όταν έφταναν στην πόλη, οι καλλιεργητές θυμιάτιζαν τα σταφύλια και τις αποθήκες, όπου είχαν κάνει αγιασμό.
     Κάθε 1η Φεβρουαρίου, στη γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, μετά τη θεία λειτουργία, όλοι οι Αγχιαλίτες έπαιρναν αγιασμό και έβγαιναν να ραντίσουν τα αμπέλια για να έχουν καλή καρποφορία.
    Οι αμπελουργοί αποτελούσαν περίπου το 80% του πληθυσμού της πόλης. Η αλιεία και η κτηνοτροφία ήταν περιορισμένες σε σύγκριση με τη Μεσημβρία και τη Σωζόπολη, αλλά αποδοτικές, ενώ υπήρχαν περίφημες αλυκές και το αλάτι ήταν το κυριότερο προϊόν της. Πριν αναπτυχθεί το λιμάνι του Πύργου και συνδεθεί σιδηροδρομικώς με το εσωτερικό της Βουλγαρίας, η Αγχίαλος ήταν το βασικό εξαγωγικό και εισαγωγικό λιμάνι όλης της Νότιας Βουλγαρίας.